δαμόσιος Save Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape δαμόσιος, v. δημόσιος. δᾱμόσιος Dor. voor δημόσιος. δαμόσιος, [ᾱ], dor. = δημόσιος, Xen. Hell. 4.5.8.