Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Εὐβούλη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐβλάστεια
εὐβλαστέω
εὐβλαστής
εὐβλαστία
εὔβλαστος
εὐβλέφαρος
εὔβλητος
Εὐβοεικός
Εὐβόειος
Εὐβοεύς
εὐβοήθητος
εὐβόητος
Εὔβοια
Εὐβοΐδας
Εὐβοίηθεν
Εὐβοιΐς
εὐβοϊκή
Εὐβοϊκός
Εὐβοϊκῶς
Εὐβοΐς
εὐβολέω
εὔβολος
εὐβόλως
εὐβοσία
εὐβόστρυχος
εὐβοτέομαι
εὔβοτος
εὐβότρυος
εὔβοτρυς
εὐβουλεύς
Εὐβούλη
εὐβουλία
Εὐβουλίδης
εὐβουλοθεόμβροτος
εὔβουλος
Εὔβουλος
εὐβούλως
εὔβους
εὐβραχής
εὐβρεχής
εὐβριθής
εὔβροχον
ἐΰβροχος
εὔβροχος
εὔβρωτος
εὐβύριος
εὔβυρσος
εὔβωλος
εὐβωλοστρόφητος
εὔβως
Εὐβώτης
εὐγαθής
εὐγάθητος
εὔγαιος
εὐγάλακτον
εὐγάλακτος
εὐγάληνος
εὐγαμέω
εὐγαμία
εὔγαμος
εὖγε
…
Εὐβούλη
Save
Bailly 2024
Εὐβούλη,
ης
(
ἡ
) Euboulè,
f.
Ar.
Th.
808 ;
Anth.
9, 263
.
Étym.
cf.
εὔβουλος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}