Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Εὐβόειος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
εὐαφής
εὐαφία
εὐαφίη
εὐάφιον
εὐάφορμος
εὐαφόρμως
εὐαφρόδιτος
εὐαφῶς
εὐαχ
εὐαχής
εὐάχητος
εὐβαλκής
εὐβάστακτος
Εὐβάτας
Εὐβατίδης
εὔβατος
εὐβαφής
εὔβιος
Εὔβιος
εὐβίοτος
Εὐβίοτος
εὔβλαπτος
εὐβλάστεια
εὐβλαστέω
εὐβλαστής
εὐβλαστία
εὔβλαστος
εὐβλέφαρος
εὔβλητος
Εὐβοεικός
Εὐβόειος
Εὐβοεύς
εὐβοήθητος
εὐβόητος
Εὔβοια
Εὐβοΐδας
Εὐβοίηθεν
Εὐβοιΐς
εὐβοϊκή
Εὐβοϊκός
Εὐβοϊκῶς
Εὐβοΐς
εὐβολέω
εὔβολος
εὐβόλως
εὐβοσία
εὐβόστρυχος
εὐβοτέομαι
εὔβοτος
εὐβότρυος
εὔβοτρυς
εὐβουλεύς
Εὐβούλη
εὐβουλία
Εὐβουλίδης
εὐβουλοθεόμβροτος
εὔβουλος
Εὔβουλος
εὐβούλως
εὔβους
εὐβραχής
…
Εὐβόειος
Save
Bailly 2024
Εὐβόειος,
α, ον,
d’Eubée,
Soph.
fr. 239
.
Étym.
Εὔβοια
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}