Εὐθυμένης
Εὐθυ·μένης, ους, acc. -η, voc. -ες (ὁ) [ῠ] Euthyménès, h. Pd. N. 5, 41 ; I. 5, 55 ; Ar. Ach. 67.
Étym. εὐ. μένος.
Εὐθῠμένης probably maternal uncle to Pytheas and Phylakidas, cf. N. 5.43, Severyns, Bacchylide, 42ff.
- 1τὺ δʼ Αἰγίναθε δίς, Εὐθύμενες, ποικίλων ἔψαυσας ὕμνων N. 5.41 Φυλακίδᾳ γὰρ ἦλθον, ὦ Μοῖσα, ταμίας Πυθέᾳ τε κώμων Εὐθυμένει τε I. 6.58