εὐθυμάχος
εὐθῠμᾰχ-ος [ᾰ], ον,
- = εὐθυμάχης, Simon. 137.
εὐθυ·μάχος, ος, ον [ῠᾰ] qui va droit à l’ennemi, Anth. 7, 442 ; App. 73.
Étym. εὐ. μάχομαι.
εὐθυμάχος, = εὐθυμάχης, ἄνδρες Simon. 18 (VI.442); πολιῆται 30 (APP 73).
εὐθυμάχος
εὐθυμάχος (ᾰ), ον
= εὐθυμάχης, Anth.