εὐθυλογία Save LSJ Bailly 2024 Pape εὐθῠ-λογία, ἡ, = εὐθυέπεια, Polem.Phgn. 15. εὐθυλογία, ας (ἡ) [ῠ] franchise, Polém. Physiogn. 1, 6. Étym. εὐ. λόγος. εὐθυλογία, ἡ, = εὐθυεπία, Polem. Physiogn. 1.6.