Εὐρυπτόλεμος Save Εὐρυπτόλεμος, Euryptolemus Bailly 2024 Εὐρυ·πτόλεμος, ου (ὁ) Euryptolémos, h. Xén. Hell. 1, 3, 12 ; Plut. Per. 7, etc. Étym. εὐ. πτόλεμος.