εὐρύς
εὐρύς, εὐρύς, wide, broad
- wide, broad, οὐρανὸν εὐρύν Il. 3.364, al.; εὐρεῖα χθών 4.182, al.; εὐρέα πόντον 6.291; εὐρέα κόλπον 18.140, al.; εὐ. σχεδίη Od. 5.163; ὦμοι Il. 3.210, Od. 18.68, al. (Comp. εὐρύτερος δʼ ὤμοισιν ἰδὲ στέρνοισιν ἰδέσθαι Il. 3.194); μετάφρενον 10.29; σάκος 11.527; τεῖχος 12.5; ὁδὸς εὐρυτέρη 23.427; εὐρὺν ἀγῶνα (v. ἀγών) ; κατά, ἀνά, μετὰ στρατὸν εὐρὺν Ἀχαιῶν, 1.229, 384, 478: freq. in Ep. and Lyr., rare in Trag. (exc. in lyr.); in iambic trimeters, E. Fr. 921; ποιεῖν τὸν δῆμον εὐρὺν καὶ στενόν Ar. Eq. 720; not common in Prose (never in Papyri), εὐ. τάφρος Hdt. 1.178; κόθορνοι εὐρύτατοι loose boots, Id. 6.125; οἰκίαι X. An. 4.5.25; οὔτʼ εὐρεῖα οὔτε στενὴ διαφυγή Pl. Lg. 737a; φλέβες εὐρύτεραι, opp. λεπτότεραι, Diog.Apoll. 6, cf. Pl. Ti. 66d; πόροι Thphr. CP 3.11.2; κατὰ στενότερα καὶ εὐρύτερα Pl. Phd. 111d.
- 2 far-reaching, far-spread, κλέος εὐρύ Od. 23.137; κληδών Simon. 84.6; εὐ. ἐλπίδες Pl. Epigr. 7.
- II as Adv.: the neut. εὐρύ is used as positive, Pi. O. 13.24; cf. εὐρυκρείων, εὐρυρέων: Comp. εὐρυτέρως, ἔχειν Ar. Lys. 419. (Skt. urú- ‘wide’, Comp. várīyān.)
weit, geräumig, bes. οὐρανός, πόντος, νῶτα θαλάσσης, Hom., u. von Ländern, wie Τροία, Λυκία u. ä., ἵζανεν εὐρὺν ἀγῶνα Il. 23.258 ; ἄρουρα 18.542 ; στρατός 4.76, wie Hes. O. 244 ; εὐρύτερος δʼ ὤμοισιν ἰδὲ στέρνοισιν ἰδέσθαι, breiter, Il. 3.194 ; εὐρέες ὦμοι Od. 18.68 ; εὐρεῖα σχεδίη 5.163 ; τεῖχος Il. 12.5 ; κλέος, weit verbreitetes Gerücht, Od. 23.137, wie Pind. Ol. 11.99, der auch das neutr. adv. braucht, εὐρὺ ἀνάσσων, weithin herrschend, Ol. 13.23 ; ῥέων, s. εὐρυρέων ; εὐρείαις ἐν αὔραις Aesch. Suppl. 850 ; εὐρέϊ πόντῳ Soph. Tr. 114 ; εὐρείας φάρυγγος, vom Kyklopen, Eur. Cycl. 355 ; κόθορνοι εὐρέες Her. 6.125 ; Ggstz στενός, Plat. Legg. V.737a ; εὐρύτεραι φλέβες Tim. 66d ; Xen. An. 4.5.25, u. einzeln, doch selten, bei andern Prosaikern, wie Luc. Tim. 18 ; – εὐρυτέρως ἔχειν Ar. Lys. 419. – Bei Hom. schrieb Zenodot für οὐρανὸν εὐρύν mehrfach οὐρανὸν αἰπύν, s. Lehrs Aristarch. ed.2 p. 165.
-εῖα, -ύ.
Acc. sing. masc. εὐρές Il. 6.291, Il. 9.72, Il. 18.140, Il. 21.125: Od. 4.435, Od. 24.118. εὐρύν Il. 1.229, Il. 3.364, Il. 7.178, Il. 19.196, etc.: Od. 1.67, Od. 4.378, Od. 6.150, Od. 16.183, etc.
- 1
- a
Wide, broad, spacious: στρατὸν Ἀχαιῶν Il. 1.229, ὤμους Il. 3.210, τάφρον Il. 7.441, τεῖχος (thick) Il. 12.5, αἰγιαλός Il. 14.33, ἀγῶνα (numerous) Il. 23.258. Cf. Il. 10.29, Il. 11.527, Il. 14.145, Il. 15.358, Il. 18.542, etc.: θάλαμον Od. 2.338, σπέος Od. 5.77. Cf. Od. 4.603, 605, Od. 5.163, 483, Od. 13.243, Od. 18.385, etc.
Comp. εὐρύτερος, -η Il. 3.194, Il. 23.427.
- b
Of places: Ἑλίκην εὐρεῖαν Il. 2.575. Cf. Il. 6.173, Il. 13.433, 453, Il. 18.591, etc.: Od. 1.62, Od. 11.460, Od. 13.256, etc.
- c
As epithet of the sea Il. 6.291, Il. 9.72: Od. 1.197, Od. 2.295, Od. 4.498, etc.
Sim.: εὐρέα νῶτα θαλάσσης Il. 2.159, Il. 8.511, Il. 20.228: Od. 3.142, Od. 4.313, 560, etc.– θαλάσσης κόλπον Il. 18.140: Od. 4.435.– ἁλὸς κόλπον Il. 21.125.
- d
Of the earth: χθών Il. 4.182, Il. 8.150, Il. 11.741, Il. 21.387.
- e
Of the heavens Il. 3.364, Il. 5.867, Il. 8.74, Il. 15.36, etc.: Od. 1.67, Od. 4.378, Od. 5.169, Od. 6.150, etc.
- a
- 2
In neut. sing. εὐρύ as adv.
- a
εὐρὺ ῥέων = εὐρυρέεθρος Il. 2.849, Il. 16.288, Il. 21.157, 186, 304.
Sim.: Ἀλφειοῦ, ὃς τʼ εὐρὺ ῥέει Il. 5.545.
- b
εὐρὺ κρείων (written also εὐρυκρείων), whose rule stretches far and wide, lord of wide lands. Epithet of Agamemnon Il. 1.102, 355, Il. 3.178, Il. 7.107, etc.: Od. 3.248.
Of Poseideon Il. 11.751.
- a
- 3
Wide-spread, far-spreading: κλέος Od. 1.344, Od. 3.83, 204, Od. 4.726 = 816, Od. 19.333, Od. 23.137.
- 1broad, spacious “κείναν εὐρεῖαν ἄπειρον” P. 4.48 ἐς θαλάμου μυχὸν εὐρὺν ἔβαν” N. 1.42 χθονὸς εὐρείας ἀκίνητον τέρας fr. 33c. 3. ἀγῶνα Λοξίᾳ καταβάντʼ εὐρὺν ἐν θεῶν ξενίᾳ Pae. 6.60 Πέργαμον εὐρὺ[ν] (supp. Schr.) Πα. 6. 96. γᾶς παρʼ ὀμφαλὸν εὐρύν Pae. 6.120 met., generous, τρέφοντι δʼ εὐρὺ κλέος κόραι Πιερίδες Διός pr. O. 10.95 n. acc. s. pro adv., broadly, Ἀλφεὸν εὐρὺ ῥέοντα O. 5.18 ὕπατʼ εὐρὺ ἀνάσσων Ὀλυμπίας Ζεῦ πάτερ O. 13.24
- Iwide, broad, Hom., etc.
- 2far-reaching, far-spread, κλέος εὐρύ Od.; ἐλπίδες Anth.
- IIas adv. the neut. εὐρύ is mostly used, Il., etc.
-
…τεκέειν γλαυκώπιδʼ Ἀθήνην ; οὐκ ἂν ἐγὼ τεκόμην ; καὶ σὴ κεκλημένη ἔμπης ἦα ῥʼ ἐν ἀθανάτοισιν, οἳ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι. φράζεο νῦν μή τοί τι κακὸν μητίσομʼ ὀπίσσω. καὶ νῦν μέν τοι ἐγὼ τεχνήσομαι, ὥς κε…
NA, Homeric Hymns
-
…τοι μέτρα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης, οὔτε τι ναυτιλίης σεσοφισμένος οὔτε τι νηῶν. οὐ γάρ πώ ποτε νηί γʼ ἐπέπλων εὐρέα πόντον, εἰ μὴ ἐς Εὔβοιαν ἐξ Αὐλίδος, ᾗ ποτʼ Ἀχαιοὶ μείναντες χειμῶνα πολὺν σὺν λαὸν ἄγειραν Ἑλλάδος ἐξ…
Hesiod, Works and Days
-
…πυρὰ πολλά, σέλας δʼ εἰς οὐρανὸν ἵκῃ, μή πως καὶ διὰ νύκτα κάρη κομόωντες Ἀχαιοὶ φεύγειν ὁρμήσωνται ἐπʼ εὐρέα νῶτα θαλάσσης. μὴ μὰν ἀσπουδί γε νεῶν ἐπιβαῖεν ἕκηλοι, ἀλλʼ ὥς τις τούτων γε βέλος καὶ οἴκοθι πέσσῃ…
Homer, Iliad
-
…διαμπερές · ὣς ἄρα πυκνοὶ ἀλλήλοισιν ἔφυν ἐπαμοιβαδίς · οὓς ὑπʼ Ὀδυσσεὺς δύσετʼ. ἄφαρ δʼ εὐνὴν ἐπαμήσατο χερσὶ φίλῃσιν εὐρεῖαν · φύλλων γὰρ ἔην χύσις ἤλιθα πολλή, ὅσσον τʼ ἠὲ δύω ἠὲ τρεῖς ἄνδρας ἔρυσθαι ὥρῃ χειμερίῃ, εἰ…
Homer, Odyssey
-
…τραφέμεν τε. ὣς ἔφαθʼ, οἳ δʼ εὔχοντο Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι · ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν εἰς οὐρανὸν εὐρύν · Ζεῦ πάτερ Ἴδηθεν μεδέων κύδιστε μέγιστε δὸς νίκην Αἴαντι καὶ ἀγλαὸν εὖχος ἀρέσθαι · εἰ δὲ καὶ Ἕκτορά περ…
Homer, Iliad
-
…ἔφατʼ ἔκ τʼ ὀνόμαζεν · τίπτε δέ σε χρειὼ δεῦρʼ ἤγαγε, Τηλέμαχʼ ἥρως, ἐς Λακεδαίμονα δῖαν, ἐπʼ εὐρέα νῶτα θαλάσσης ; δήμιον ἦ ἴδιον ; τόδε μοι νημερτὲς ἐνίσπες. τὸν δʼ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα ·…
Homer, Odyssey
-
…· προπάροιθε δὲ Φοῖβος Ἀπόλλων ῥεῖʼ ὄχθας καπέτοιο βαθείης ποσσὶν ἐρείπων ἐς μέσσον κατέβαλλε, γεφύρωσεν δὲ κέλευθον μακρὴν ἠδʼ εὐρεῖαν, ὅσον τʼ ἐπὶ δουρὸς ἐρωὴ γίγνεται, ὁππότʼ ἀνὴρ σθένεος πειρώμενος ᾗσι. τῇ ῥʼ οἵ γε προχέοντο φαλαγγηδόν…
Homer, Iliad
-
…Κρήτῃ ἐπίουρον · Μίνως δʼ αὖ τέκεθʼ υἱὸν ἀμύμονα Δευκαλίωνα, Δευκαλίων δʼ ἐμὲ τίκτε πολέσσʼ ἄνδρεσσιν ἄνακτα Κρήτῃ ἐν εὐρείῃ · νῦν δʼ ἐνθάδε νῆες ἔνεικαν σοί τε κακὸν καὶ πατρὶ καὶ ἄλλοισι Τρώεσσιν. ὣς φάτο, Δηΐφοβος δὲ…
Homer, Iliad
-
…τι διαπρήξαιμι λέγων ἐμὰ κήδεα θυμοῦ, ὅσσα γε δὴ ξύμπαντα θεῶν ἰότητι μόγησα. ἐκ μὲν Κρητάων γένος εὔχομαι εὐρειάων, ἀνέρος ἀφνειοῖο πάϊς · πολλοὶ δὲ καὶ ἄλλοι υἱέες ἐν μεγάρῳ ἠμὲν τράφεν ἠδʼ ἐγένοντο γνήσιοι ἐξ ἀλόχου ·…
Homer, Odyssey
-
…· αὐτὰρ ἑταίρους τρεῖς ἄγον, οἷσι μάλιστα πεποίθεα πᾶσαν ἐπʼ ἰθύν. τόφρα δʼ ἄρʼ ἥ γʼ ὑποδῦσα θαλάσσης εὐρέα κόλπον τέσσαρα φωκάων ἐκ πόντου δέρματʼ ἔνεικε · πάντα δʼ ἔσαν νεόδαρτα · δόλον δʼ ἐπεμήδετο πατρί. εὐνὰς δʼ…
Homer, Odyssey