καρδιόδηκτος
καρδιόδηκτος, gnawing the heart
καρδῐό-δηκτος, ον,
- gnawing the heart, κ. ἐκ γυναικῶν κράτος (prob. for καρδίᾳ δηκτόν) A. Ag. 1471 (lyr.).
καρδιό·δηκτος, ος, ον, qui mord ou ronge le cœur, Eschl. Ag. 1471.
Étym. κ. δάκνω.
καρδιόδηκτος, herznagend, -kränkend, Aesch. Ag. 1450, nach Abresch EM.
καρδιόδηκτος
καρδιό-δηκτος, ον
δάκνω
- gnawing the heart, Aesch.