Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Κῶνσος
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κῶνα
κώνα
κωνάζω
κωνάριον
Κώναρος
κωνάω
κωνειάζομαι
κώνειον
κώνης
κώνησις
κωνητικός
κωνίας
κωνίας οἶνος
κωνίζω
κωνικός
κωνίον
κωνίς
κωνῖτις
κωνοειδής
κωνοειδῶς
κωνόκαρπος
κωνοκόλουρος
κῶνος
κωνόσαρτον
κωνοτομέω
κωνοφόρος
Κώνσα
Κωνσάλια
Κωνσεντία
κωνσίλιον
Κῶνσος
κώνσουλ
Κωνσταντινιάδης
Κωνσταντῖνος
Κωνσταντινούπολις
Κώνστας
Κωνσυάλια
κωνωπεῖον
κωνωπεών
Κωνώπη
κωνώπιον
Κωνώπιον
κωνωποειδής
κωνωποθήρας
Κωνωποσφράντης
κωνωποσφράντης
κωνωπώδης
κώνωψ
κῷον
κῶος
Κῷος
κῷος
κώπα
Κῶπαι
Κωπαιεύς
κώπαιον
Κωπαΐς
κωπαιώδης
Κώπασος
κωπάω
κωπεύς
…
Κῶνσος
Save
Bailly 2024
Κῶνσος,
ου
(
ὁ
) =
lat.
Consus
,
divinité rom.
Plut.
Rom.
14,
etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}