κόρυθος
κόρυθος, crested
κόρῠθος, ὁ, (κόρυς)
- crested τροχίλος, Hsch.; but also, = περικεφαλαία, Id.
- II Κόρυθος, title of Apollo, Bull.Soc.Roy.Lund 1928-9iv 40; Κόριθος, ib. 39. κορυλλίων, a bird (perh. = κολλυρίων), Hsch.
κόρυθος, gén. de κόρυς.
κόρυθος, ὁ, eine Art τροχίλος, wohl κόρυδος, Hesych.