Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κορυδαλλή
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κορσωτήρ
κορσωτήριον
κορσωτός
κορταία
κόρταλος
Κορυβάντειον
Κορυβαντεῖον
Κορυβάντειος
κορυβάντειος
Κορυβαντιασμός
κορυβαντιασμός
Κορυβαντιάω
κορυβαντιάω
Κορυβαντίζω
κορυβαντίζω
Κορυβαντικός
κορυβαντικός
Κορυβάντιον
Κορυβάντιος
Κορυβαντίς
Κορυβαντισμός
κορυβαντισμός
Κορυβαντώδης
κορυβαντώδης
Κορύβας
Κορύβισσα
κορυγγεῖν
κορυδαλή
κορυδάλιον
Κορυδαλλεύς
κορυδαλλή
κορυδάλλη
κορυδαλλίς
Κορυδαλλόνδε
κορυδαλλός
Κορυδαλλός
κορυδαλός
κορύδαλος
κορύδιον
Κορύδιος
κορυδός
κόρυδος
Κόρυδος
κορύδυλις
κορυδών
Κορυδών
κόρυζα
κορυζᾶς
κορυζάω
κορυζιᾷ
κορυζώδης
κορυθάϊξ
κορυθαιόλος
κορυθαίολος
Κορυθάλεια
Κορυθαλία
κορύθιον
κόρυθος
κορύθων
Κορύλας
κόρυμβα
…
κορυδαλλή
Save
Pape
κορυδαλλή
, ἡ, = κορυδός, Epicharm. Ath. IX.398d.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}