Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κορυδών
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κορυβαντίζω
Κορυβαντικός
κορυβαντικός
Κορυβάντιον
Κορυβάντιος
Κορυβαντίς
Κορυβαντισμός
κορυβαντισμός
Κορυβαντώδης
κορυβαντώδης
Κορύβας
Κορύβισσα
κορυγγεῖν
κορυδαλή
κορυδάλιον
Κορυδαλλεύς
κορυδαλλή
κορυδάλλη
κορυδαλλίς
Κορυδαλλόνδε
κορυδαλλός
Κορυδαλλός
κορυδαλός
κορύδαλος
κορύδιον
Κορύδιος
κορυδός
κόρυδος
Κόρυδος
κορύδυλις
κορυδών
Κορυδών
κόρυζα
κορυζᾶς
κορυζάω
κορυζιᾷ
κορυζώδης
κορυθάϊξ
κορυθαιόλος
κορυθαίολος
Κορυθάλεια
Κορυθαλία
κορύθιον
κόρυθος
κορύθων
Κορύλας
κόρυμβα
κορυμβάς
Κορύμβασος
κορύμβη
κορυμβήθρα
κορύμβηλος
κορυμβηλός
κορυμβίας
κορύμβιον
κορυμβίτης
κορυμβιώδης
κορυμβοειδής
κόρυμβον
κορυμβόομαι
κόρυμβος
…
κορυδών
Save
Bailly 2024
κορυδών,
ῶνος
(
ὁ
) [
ῠ
]
c.
κορυδαλλίς,
Arstt.
H.A.
9, 1, 13
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}