κορυδαλλίς
κορυδαλλίς, lark
κορυδαλλίς, ίδος (ἡ) [ῐδ] c. le suiv. Thcr. Idyl. 7, 23.
κορυδαλλίς, ίδος, ἡ, = κορυδαλλός, Theocr. 7.23 ; über die Schreibung, s. Arcad. p. 31.18, 54.11.
κορυδαλλίς
κορῠδαλλίς, ίδος
= κορῠδός, Theocr.