Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Μασσαγέτις
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μασητά
μασητήρ
μασητικός
μασθαλίς
μάσθλη
μάσθλημα
μάσθλης
μασθλήτινος
μασθοειδής
μασθός
μασθωτόν
μασι
μασι-
μασίγδουπος
Μασίστης
Μασίστιος
Μασίστρης
Μασκάμειος
Μασκάμης
Μάσκας
μασκαύλης
μάσκη
μάσλης
μάσμα
μασουάφιον
μασουχᾶς
μάσπετον
Μάσπιοι
Μασσαγέται
Μασσαγέτης
Μασσαγέτις
Μασσάγης
μᾶσσαι
Μασσάκυτος
Μασσαλία
Μασσαλίηθεν
Μασσαλιήτης
Μασσαλιώτης
Μασσαλιωτικός
Μασσανάσσης
Μασσανοί
μασσάομαι
μάσσεται
μάσσημα
Μάσσης
μάσσησις
μασσητήρ
Μασσινισσᾶς
μᾶσσον
μασσότερον
μάσσω
μάσσων
μάστα
μαστάζω
μασταλίδες
Μαστανάβας
μάσταξ
μασταρίζω
μαστάριον
μασταρύζω
Μάσταυρα
…
Μασσαγέτις
Save
Bailly 2024
Μασσαγέτις,
ιδος
[
σᾰῐδ
]
adj. f.
c. le préc.
Luc.
Char.
13
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}