μασθός
μασθ-ός, ὁ, v. μαστός.
μασθός, οῦ (ὁ) c. μαζός 1, Diosc. Eup. 1, 132, 133 ; Artém. 30 Reiff.
μασθός, ὁ, dor. = μαστός, μαζός ; μασθὸν ἀμφέχασκʼ ἐμὸν θρεπτήριον Aesch. Ch. 538. Auch Plut. Cat. mai. 20 ; auch Xen. An. 1.7.17, v.l.
μασθός
late form of μαστός.