Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μασθωτόν
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάρψει
Μάρων
Μαρώνεια
Μαρωνείτης
μαρώνη
Μαρωνίς
Μασαβάτης
Μασάδα
Μασαισύλιοι
Μασανάσσης
Μασανοί
μασάομαι
μάσασθαι
μασᾶσθαι
μάσδα
μάσδασνος
μασδός
μάσημα
Μάσης
μάσησις
μασητά
μασητήρ
μασητικός
μασθαλίς
μάσθλη
μάσθλημα
μάσθλης
μασθλήτινος
μασθοειδής
μασθός
μασθωτόν
μασι
μασι-
μασίγδουπος
Μασίστης
Μασίστιος
Μασίστρης
Μασκάμειος
Μασκάμης
Μάσκας
μασκαύλης
μάσκη
μάσλης
μάσμα
μασουάφιον
μασουχᾶς
μάσπετον
Μάσπιοι
Μασσαγέται
Μασσαγέτης
Μασσαγέτις
Μασσάγης
μᾶσσαι
Μασσάκυτος
Μασσαλία
Μασσαλίηθεν
Μασσαλιήτης
Μασσαλιώτης
Μασσαλιωτικός
Μασσανάσσης
Μασσανοί
…
μασθωτόν
Save
LSJ
μασθ-ωτόν, τό, or
μασθ-ωτός
, ὁ,
= μαστάριον II,
Zos.Alch.
pp. 199,251 B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}