Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μασουάφιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάσδα
μάσδασνος
μασδός
μάσημα
Μάσης
μάσησις
μασητά
μασητήρ
μασητικός
μασθαλίς
μάσθλη
μάσθλημα
μάσθλης
μασθλήτινος
μασθοειδής
μασθός
μασθωτόν
μασι
μασι-
μασίγδουπος
Μασίστης
Μασίστιος
Μασίστρης
Μασκάμειος
Μασκάμης
Μάσκας
μασκαύλης
μάσκη
μάσλης
μάσμα
μασουάφιον
μασουχᾶς
μάσπετον
Μάσπιοι
Μασσαγέται
Μασσαγέτης
Μασσαγέτις
Μασσάγης
μᾶσσαι
Μασσάκυτος
Μασσαλία
Μασσαλίηθεν
Μασσαλιήτης
Μασσαλιώτης
Μασσαλιωτικός
Μασσανάσσης
Μασσανοί
μασσάομαι
μάσσεται
μάσσημα
Μάσσης
μάσσησις
μασσητήρ
Μασσινισσᾶς
μᾶσσον
μασσότερον
μάσσω
μάσσων
μάστα
μαστάζω
μασταλίδες
…
μασουάφιον
Save
LSJ
μασουάφιον, τό, = sq.,
Aët.
13.118,
Paul.Aeg.
7.23.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}