Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Ξενοκρίτη
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ξενοδαιτυμών
Ξενόδημος
ξενοδίκαι
ξενοδοκεῖον
ξενοδοκέω
ξενοδοκία
ξενοδόκος
Ξενόδοκος
ξενοδοτήρ
ξενοδοχεῖον
ξενοδοχέω
ξενοδόχημα
ξενοδοχία
ξενοδοχικός
ξενοδόχος
Ξενόδοχος
ξενοδώτης
ξενόεις
ξενοθάνατος
ξενοθρέπτης
ξενοθυτέω
ξενοκαδής
Ξενοκλείδας
ξενοκλείδειον
Ξενοκλείδης
Ξενοκλῆς
ξενοκοπέω
ξενοκρατέομαι
Ξενοκράτης
ξενοκρίται
Ξενοκρίτη
Ξενόκριτος
ξενοκτονέω
ξενοκτονία
ξενοκτόνος
ξενοκυσταπάτη
ξενολεκτέω
ξενολογέω
ξενολογία
ξενολόγιον
ξενολόγος
ξενομανέω
ξενομανία
ξενοπάθεια
ξενοπαθέω
Ξενοπείθης
ξενοποικιλόπτερος
ξενοπολίτης
ξενοπρεπής
ξενοπρόσωπος
ξένος
ξενοσσόος
ξενόστασις
ξενόστομος
ξενοσύνη
ξενοτάφιον
ξενότιμος
Ξενότιμος
ξενότροπος
ξενοτροφέω
ξενοτροφία
…
Ξενοκρίτη
Save
Bailly 2024
Ξενο·κρίτη,
ης
(
ἡ
)
[
ῐ
] Xénokritè,
f.
Plut.
M.
261
.
Étym.
v. le suiv.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}