About Report a problem

Menu

πέτρωμα

πέτρωμα, mass of stone

πέτρ-ωμα, ατος, τό,
  • mass of stone, ἱερὸν π. καλούμενον, λίθοι δύο πρὸς ἀλλήλους ἡρμοσμένοι Paus. 8.15.1.
    • II θανεῖν . . λευσίμῳ πετρώματι to die by stoning, E. Or. 50, 442.

Saved

Recent