Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πετροκόσσυφος
πετροκόσσυφος, saxamerulus
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πετρεντινάκτης
πετρεφράμη
πέτρη
πετρηγενής
πετρηδόν
πετρήεις
πετρηρεφής
πετρήρης
πετρίδιον
πετρίδιος
πέτρινος
πέτριον
πετρίς
πετροβατέω
πετροβάτης
πετροβατικός
πετρόβλητος
πετροβολέω
πετροβολία
πετροβολικός
πετροβολισμός
πετροβόλος
πετρόβολος
πετρογενής
πετροδύμων
πετροετηρίς
πετροκατοίκητος
πετρόκοιτος
πετροκοπέω
πετροκόραξ
πετροκόσσυφος
πετροκυλιστής
πετρολάπαθον
πετροποιία
πετροποιΐα
πετροποιός
πετροπομπός
πετρορριφής
πετρόρρυτος
πετρόρυτος
πέτρος
Πέτρος
πετροσελινίτης
πετροσελινίτης οἶνος
πετροσέλινον
πετρόστεγος
πετρόστερνος
πετροτόμος
πετρότομος
πετροφυής
πετρόω
πετρώδης
πετρώεις
πέτρωμα
πετρών
Πέτρων
πετρώνιον
Πετρώνιος
πετρώροφος
Πέττα
πετταράκοντα
…
πετροκόσσυφος
Save
πετροκόσσυφος, saxamerulus
LSJ
πετρο-κόσσυφος,
saxamerulus,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}