πετροσελινίτης
πετροσελινίτης, parsley-wine
πετρο-σελῑνίτης [νῑ] οἶνος, ὁ,
- parsley-wine, Dsc. 5.65, Gp. 8.12.
πετροσελινίτης, [λῑ], ὁ, οἶνος, Wein aus πετροσέλινον, Diosc.
πετροσελινίτης, parsley-wine