πετρώεις
πετρώεις, haunting rocks
πετρ-ώεις, εσσα, εν,
- haunting rocks, ἴουλοι Marc.Sid. 15.
πετρώεις, ώεσσα, ῶεν, c. πετρήεις, M. Sid. 15.
πετρώεις, = πετρήεις, Sp.
πετρώεις, haunting rocks