πετροποιός
πετροποιός, producing stones
πετρο-ποιός, όν,
- producing stones, δύναμις Porph. ap. Eus. PE 3.11.
πετρο·ποιός, ός, όν, qui crée des pierres, Porph. (Eus. P.E. 110c).
Étym. π. ποιέω.