Σεβαστοφορικός
Σεβαστοφορικός, pertaining to the Σεβαστοφόροι
Σεβαστο-φορικός, ή, όν,
- pertaining to the Σεβαστοφόροι, IG 3.1145 iii 15 (ii/iii A.D.); μετὰ τὰς -κὰς νομάς ib. 1184 (iii A.D.).