σέβημα
σέβημα, act of worship
σέβ-ημα, ατος, τό,
- act of worship, Orph. Fr. 49 i 7; v.l. for σέβασμα in LXX Wi. 15.17.
σέβημα, ατος (τὸ) c. σέβασμα, Spt. Prov. 15, 17 codex Alex.
Étym. σέβω ; cf. σέβησις.