σεβαστικός
σεβαστικός, reverent
σεβαστ-ικός, ή, όν,
- reverent, Iamb. Protr. 21.κεʹ, Pythagorei ap. Phot. Bibl. p.438 B. Adv., -κῶς διακεῖσθαι πρός τινα have reverence for him, D.H. Pomp. 1, cf. lamb. VP 3.17.
σεβαστικός, ή, όν, saisi d’une crainte respectueuse, Jambl. Protr. p. 324.
Étym. σεβαστός.
σεβαστικός, ehrfurchtsvoll, Sp.; σεβαστικῶς ἔχειν πρός τινα, Dion.Hal. ep. ad Pomp. A.