Σιμοέντιος Save Bailly 2024 Σιμοέντιος, par contr. Σιμούντιος, α ou ος, ον [σῐ] du Simoïs, Eur. I.A. 767, Or. 809 || ➳ Fém. -ος, Eur. Hel. 250. Étym. Σιμόεις.