σιμοτομέω
σιμοτομέω, cut short off
σῑμο-τομέω, (τέμνω)
- perh. cut short off, Gp. 5.17.6.
σιμο·τομέω-ῶ [ῑ] couper court, Geop. 5, 17, 6.
Étym. σιμός, -τομος de τέμνω.
σιμοτομέω, cut short off