Φιλύρα
Φιλύρα, ας (ἡ) [ῐῠ] Philyra, f. Pd. P. 4, 103, etc. ; A. Rh. 2, 1232, etc. ||
➳ Ion. Φιλύρη, A. Rh. l.c.
Φῐλῠρα mother of Cheiron. “ἀντρόθε γὰρ νέομαι πὰρ Χαρικλοῦς καὶ Φιλύρας” P. 4.103
- 1Φιλύρας υἱὸν P. 6.22 ξανθὸς δʼ Ἀχιλεὺς τὰ μὲν μένων Φιλύρας ἐν δόμοις N. 3.43