αἰειγενής Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape αἰει-γενής, ές, = foreg., Opp. C. 2.397. αἰειγενής v. ἀειγενής. αἰει·γενής, v. ἀειγενής. αἰειγενής, ές, ewig, Opp. C. 2.397 βίοτος.