αἰετός
αἰετός, ὁ, v. sub ἀετός.
αἰετός, v. ἀετός.
αἰετός, ὁ, Ep. u. Trag. für ἀετός, Hom. oft nom. sing., sonst nur αἰετοῦ Il. 21.252, αἰετόν 8.247, 24.315, αἰετώ Od. 2.146.
αἰετός
-οῦ, ὁ.
An eagle Il. 8.247=Il. 24.315, Il. 12.201 = 219, Il. 13.822, Il. 15.690, Il. 17.674, Il. 21.252, Il. 22.308: Od. 2.146, Od. 15.161, Od. 19.538, 543, Od. 20.243, Od. 24.538.
Joined with ὄρνις Od. 19.548.
αἰετός (-ός, -οῦ, -όν; -οί, -ῶν)
- 1eagle
- a lit., εὕδει δʼ ἀνὰ σκάπτῳ Διὸς αἰετός P. 1.6 θεός, ὃ καὶ πτερόεντʼ αἰετὸν κίχε P. 2.50 χρυσέων Διὸς αἰετῶν πάρεδρος ἱέρεα P. 4.4 θάρσος τε τανύπτερος ἐν ὄρνιξιν αἰετὸς ἔπλετο (sc. Ἀρκεσίλας.) P. 5.112 ἔστι δʼ αἰετὸς ὠκὺς ἐν ποτανοῖς N. 3.80 καὶ πέραν πόντοιο πάλλοντʼ αἰετοί N. 5.21 ἀλώπηξ, αἰετοῦ ἅ τʼ ἀναπιτναμένα ῥόμβον ἴσχει I. 4.47 πέμψεν θεὸς ἀρχὸν οἰωνῶν μέγαν αἰετόν I. 6.50
- b pediment = ἀέτωμα, cf. O. 13.21 χρύσεαι δʼ ἕξ ὑπὲρ αἰετοῦ ἄειδον Κηληδόνες (v.l. ἀετοῦ. of the third temple of Apollo at Delphi.) Pae. 8.70
- c test. v. ὀμφαλός fr. 54.
αἰετός : eagle; the ‘bird of Jove,’ and ‘most perfect’ bird of omen, Il. 24.310f., Il. 8.247.