αἰνιγματιστής
αἰνιγματιστής, one who speaks riddles
αἰνιγμ-ατιστής, οῦ, ὁ,
- one who speaks riddles, LXX Nu. 21.27.
que habla en enigmas LXX Nu.21.27, Gr.Nyss.Eun.1.662, Gr.Naz.M.36.101C.
αἰνιγματιστής, οῦ (ὁ) [ᾰ] c. le préc. Spt. Num. 21, 27.
αἰνιγματιστής, ὁ, = αἰνιγματίας, Sp.