αἰσιμία
αἰσιμία, happiness
αἰσιμία, ἡ,
- due apportionment, αἰσιμίαις πλούτου A. Eu. 996.
1 parte debida c. gen.
πλούτου
• equidad
ἐν αἰσιμίῃ ... ἄνυσσεν ἀρχήν
2 oráculo
σήν, Φοῖβε, κατ' αἰσιμίην
•Cf.
αἰσιμία, ας (ἡ) [σῐ] avantage, jouissance, Eschl. Eum. 950 dout.
Étym. αἴσιμος.
αἰσιμία, αἰσιμίαι πλούτου, Aesch. Eum. 950, Glückseligkeit ; Andere lesen ἀζημίαι.
αἰσιμία
from αἴσιμος
- happiness, αἰσιμίαις πλούτου Aesch.