αἴσιος
αἴσιος, boding well, auspicious
- auspicious, opportune, ὁδοιπόρος Il. 24.376, cf. A. Ag. 104 (lyr.), S. OC 34; ἡμέρα E. l.c.; αἴ. ἐν φιλότητι IG 14.2068.9:—freq. of omens, αἰσία ὄρνις Pi. l.c., cf. S. OT 52; ἀετός X. Cyr. 2.4.19; ἄνεμος App. Mith. 29; ὥρα Id. Syr. 58 (Comp.). Adv. -ίως E. Ion 410, Timae. 114.
- II meet, right, αἴσιος ὁλκή, Lat. justum pondus, Nic. Th. 93; αἴ. ἐμβολή Just. Edict. 13.4.1.
I
1 medido, equivalente, justo
ὀδελοῦ δέ οἱ αἴσιος ὁλκή
αἰσία ἐμβολή
2 favorable, de buen augurio, feliz
ὁδοιπόρος
κράτος
σκοπός
τύχῃ
ἡμέρα
κατὰ τὴν αἰσιωτέραν ὥραν
γενέθλια
βρωμμάλια
γάμος
• esp. de signos agoreros
ὄρνιχες
βροντά
αἰσίῳ σίττῃ
ἀετὸς ἐπιπτόμενος αἴ.
τέρας
• favorable, benévolo
ἄνεμος
αἴσιος ἐμ φιλότητι
ἀπόκρισις
ἡ αἰσία ὑμῶν ὑπερφυΐα
ὑμετέρα αἰσία εὐαρχία
ἀκοή
• subst.
(ὅταν) μήθ' ὅλως τι τῶν αἰσίων τελῆται
cuando en general no se lleva a cabo nada de lo que supone un buen agüero
3 auténtico, veraz como palabra mágica, n. de una de las Ἐφέσια γράμματα:
δηλοῖ ... «αἴσιον» δὲ ἀληθές
αἴσια
II adv. -ως con buenos augurios
ἐλθεῖν
αἰσίως ἐπιφανέντας
πα[ρ]ίναι αἰ. εἰς τὸ ἱερόν
•Cf.
[αἶσα.]
Showing moderation, gentle, courteous; or perh., of good omen (cf. ἐναίσιμος 2): ὁδοιπόρον Il. 24.376.
- 1of good omen αἰσίαν δʼ ἐπί οἱ Κρονίων Ζεὺς πατὴρ ἔκλαγξε βροντάν (Schroeder: αἴσιον codd.) P. 4.23 οἱ ἀντάυσε βροντᾶς αἴσιον φθέγμα P. 4.197 ἐς ἑπταπύλους Θήβας ἄγαγον στρατὸν ἀνδρῶν αἰσιᾶν οὐ κατʼ ὀρνίχων ὁδόν (Tric.: αἰσιῶν vel lacunam habent codd.) N. 9.18
- boding well, auspicious, Il., etc.:—adv. -ίως, Eur.