αἰωνιότης
αἰωνιότης, perpetuitas
αἰωνιότης, ἡ,
- perpetuitas, Gloss.
1 eternidad
(τὸ πνεῦμα) αἰωνιότης ὑπάρχει
2 perpetuitas, Gloss.2.221.
αἰωνιότης, ητος, ἡ, ewige Dauer, Sp.
αἰωνιότης, perpetuitas
1 eternidad
(τὸ πνεῦμα) αἰωνιότης ὑπάρχει
2 perpetuitas, Gloss.2.221.