αἰχμητά Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape αἰχμ-ητά [ᾰ], ὁ, Ep. collat. form of αἰχμητής, Il. 5.197. αἰχμητά v. αἰχμητής. αἰχμητά (ὁ) c. αἰχμητής, Il. 5, 197. αἰχμητά, ὁ, ep. Nebenf. von αἰχμητής, Hom. einmal, Il. 5.197.