Αἰωνάριος
Eonario, Eonoario transcr. por falsa etim. del mes lat. Ianuarius
Λογγῖνος δὲ Αἰωνάριον αὐτὸν ἑρμηνεῦσαι βιάζεται ὡσεὶ τοῦ αἰῶνος πατέρα
Eonario, Eonoario transcr. por falsa etim. del mes lat. Ianuarius
Λογγῖνος δὲ Αἰωνάριον αὐτὸν ἑρμηνεῦσαι βιάζεται ὡσεὶ τοῦ αἰῶνος πατέρα