αἰόλειος Save LSJ DGE αἰόλειος· ὁ ποικίλος, EM 33.32. αἰόλειος -α, -ον • Alolema: eol. Αἰόλῃος Alc.129.6 1 propio de Eolo, eolio Alc.l.c. 2 ὁ ποικίλος EM α 482, Et.Sym.α 257.