αἰόλισμα Save αἰόλισμα, varied tones LSJ DGE αἰόλ-ισμα, τό, varied tones, λύρας S. Ichn. 319. αἰόλισμα -ματος, τό variedad de tonos τῆς λ[ύ]ρας S.Fr.314.327.