αἱμοειδής
αἱμο-ειδής, ές,
- = αἱματοειδής, Ph. 2.244.
de aspecto sanguinolento
δεξαμεναί
ἐὰν ... ἀποτιλήσῃ τι αἱ.
αἱμο·ειδής, ής, ές, c. αἱματοειδής, Phil. 2, 244.
αἱμοειδής, ές = αἱματοειδής, Sp.
de aspecto sanguinolento
δεξαμεναί
ἐὰν ... ἀποτιλήσῃ τι αἱ.