αἱμολάπτις Save DGE Bailly 2024 αἱμολάπτις -ιδος que chupa sangre βδέλλα Gr.Naz.M.37.655. αἱμο·λάπτις, ιδος, adj. f. qui lèche du sang, Naz. 3, 655 Migne. Étym. αἷ. λάπτω.