Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αἱμοποιός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αἱμοβαρής
αἱμοβαφής
αἱμοβόρος
αἱμοβότος
αἱμογενής
αἱμογύνης
αἱμοδαιτέω
αἱμόδιψος
αἱμοδόχος
αἱμοδρυφής
αἱμόδωρον
αἱμοειδής
αἱμόκερχνον
αἱμόκερχνος
αἱμοκορία
αἱμοκουρία
αἱμολάπτις
αἱμομίκτης
αἱμομιξία
Αἷμον
Αἵμονες
Αἱμονία
Αἱμονιαί
Αἰμονίδης
Αἱμονίδης
Αἱμονιεύς
Αἱμονίηθεν
Αἱμονίηνδε
Αἰμόνιος
αἱμόπνοος
αἱμοποιός
αἱμοποσία
αἱμοποτέω
αἱμοπότης
αἱμοπότις
αἱμοπτυϊκός
αἱμοπτυΐς
αἱμοπτυσία
αἱμοπτύω
αἱμόπυον
αἱμοπώτης
αἱμοροϊκός
αἱμοροΐς
αἱμόροος
αἱμορραγέω
αἱμορραγής
αἱμορραγία
αἱμορραγικός
αἱμορραγικῶς
αἱμορραγώδης
αἱμόρραντος
αἱμορροέω
αἱμόρροια
αἱμόρροϊα
αἱμορροϊδοκαύστης
αἱμορροϊκός
αἱμορροΐς
αἱμορροΐσσα
αἱμόρροος
αἱμόρρους
αἱμορροώδης
…
αἱμοποιός
Save
DGE
αἱμοποιός
-όν
que produce sangre
Hsch.s.u.
σκάραιβον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}