αἱμοποτέω
beber sangre
ὁ λύκος ... κατὰ φλέβα λύων αἱμοποτεῖ
• ref. a la eucaristía
αἱματοποτεῖς, οὐκ οἰνοποτεῖς
αἱμοποτέω, Sp., für αἱματοποτέω.
beber sangre
ὁ λύκος ... κατὰ φλέβα λύων αἱμοποτεῖ
• ref. a la eucaristía
αἱματοποτεῖς, οὐκ οἰνοποτεῖς