αἴθυγμα
αἴθυγμα, gleam, glamour
αἴθυγμα, ατος, τό, (αἰθύσσω)
- gleam, glamour, ὅπλων Onos. 28 (pl.); πυρός D.Chr. 80.5, cf. Plu. Sollert. 2.966b: metaph., spark, αἴ. εὐνοίας, δόξης, Plb. 4.35.7 (pl.), 20.5.4; μήτʼ ἴχνος μήτʼ αἴ. Phld. Sign. 29; μηδενὸς εἰς τοὐναντίον μηδʼ ἕως αἰθύγματος ἀνθέλκοντος ib. 18.
chispa, destello
τὰ τῶν ὅπλων αἰθύγματα
μικρὸν αἴ. πυρός
• fig.
ἔστι ταύτης (τῆς ψυχῆς) πάθη ἐκ μικρῶν αἰθυγμάτων ἐγειρόμενα
• esp. c. el sent. de huella, indicio
ἐγκαταλείπουσί τινα ... τῆς πρὸς αὑτοὺς εὐνοίας αἰθύγματα
μήτ' ἴχνος μήτ' αἴ. πρὸς τοὐναντίον
ni huella ni indicio de lo contrarioτούτων ... τι παντελῶς ἀμαυρὸν αἴ.
λόγου μὲν καὶ φρονήσεως μικρά τινα ... αἰθύγματα
•Cf.
αἴθυγμα, ατος (τὸ)
1 étincelle, D. Chr. 667, 21 Reiske ; fig. lueur, rayonnement (de bonté, de gloire, etc.) Pol. 4, 35, 7 ; 20, 5, 4 ; Plut. M. 966b ||
2 lueur étincelante, éclat des armes, Onos.
Étym. αἰθύσσω.
αἴθυγμα, τό (αἰθύσσω), Schimmer, Funke, z.B. τῆς προγονικῆς δόξης Polyb. 20.5.4 ; εὐνοίας 4.35.7 ; ἀμαυρὸν, schwache Spur, Plut. Soll. an. 10. Bei VLL auch das Anfachen des Feuers.