Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐγωπός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐγοειδής
αὖγος
αὔγουρ
Αὐγουρῖνος
Αὐγοῦστα
Αὐγούστα
Αὐγουστάλια
αὐγουσταλιανός
αὐγουστάλιος
Αὐγουστάλιος
Αὐγουσταμνική
Αὐγουστανοί
αὐγουστέα
Αὐγούστεια
Αὐγούστειοι
Αὐγουστεῖον
Αὐγουστεῖος
Αὐγουστεών
Αὐγουστήσιοι
αὐγουστία
αὐγούστιον
Αὐγουστόβονα
Αὐγουστόβριγα
Αὐγουστόδουνον
Αὔγουστον
Αὐγουστονέμετον
Αὐγουστόριτον
Αὔγουστος
Αὐγούστουλος
Αὐγώ
αὐγωπός
αὐδά
αὐδάεις
αὐδάζομαι
αὐδάζω
αὐδαῖος
Αὐδαῖος
Αὔδαξ
Αὐδάτα
Αὐδάτθα
αὐδάω
Αὔδεια
αὐδειτώριον
αὐδή
αὐδήεις
αὐδήσασκε
Αὐδιανός
Αὐδναῖος
Αὐδολέων
Αὖδον
Αὐδοναῖος
αὐδονίς
Αὖδος
Αὐδουναῖος
ἀϋδρία
ἄϋδρος
Αὐδυναῖος
αὔδω
Αὐδώδ
αὐειρόμεναι
αὐείρω
…
αὐγωπός
Save
Pape
αὐγωπός
,
mit strahlendem Auge, strahlend
, Epigr. Welcker
syll
. 32.7,
l.d.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}