αὐδάεις
αὐδάεις, vocal, singing
αὐδάεις, v. αὐδήεις.
αὐδᾱεις
- 1vocal, singing εἶα τειχίζωμεν ἤδη ποικίλον κόσμον αὐδάεντα λόγων fr. 194. 3.
αὐδάεις, vocal, singing