αὐτοέντης
αὐτοέντης, a murderer
αὐτο-έντης, ου, ὁ, in S.,
- = αὐθέντης, a murderer, OT 107, El. 272: also in late Prose, D.C. 58.15 (s. v. l.).
αὐτο·έντης, ης, ες, c. αὐθέντης, Soph. O.R. 107 ; El. 272.
αὐτοέντης, ὁ, = αὐθέντης, Soph. O.R. 107.
αὐτοέντης
= αὐθέντης
- a murderer, Soph.