αὐτοεντία Save LSJ DGE Bailly 2024 αὐτο-εντία, ἡ, = αὐθεντία, D.C. Fr. 13.2. αὐτοεντία v. αὐθεντία. αὐτοεντία, ας (ἡ) meurtre, DC. fr. 13, 2. Étym. αὐτοέντης.