Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
αὐτοελαιουργός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
αὐτοδιήγητος
αὐτοδιηγούμενος
αὐτοδίκαιον
αὐτοδικαιοσύνη
αὐτοδικέω
αὐτόδικος
Αὐτόδικος
αὐτόδιον
αὐτοδιπλάσιον
αὐτοδιπλάσιος
αὐτοδίπουν
αὐτόδοξα
αὐτοδοξάζομαι
αὐτοδόξαστον
αὐτοδοξία
αὐτόδορος
αὐτοδουλεία
αὐτοδρομέω
αὐτόδρομος
αὐτοδυάς
αὐτοδύναμις
αὐτοδύναμος
αὐτοδώρητος
αὐτοεθείρας
αὐτοειδής
αὐτοεῖδος
αὐτόειμι
αὐτοειρήνη
αὐτοέκαστος
αὐτοέκτατος
αὐτοελαιουργός
αὐτοελέφας
αὐτοέλικτος
αὐτοέν
αὐτοενάς
αὐτοένει
αὐτοενέργεια
αὐτοενεργητικός
αὐτοενέργητος
αὐτοεννεάς
αὐτοεντεί
αὐτοέντης
αὐτοεντία
αὐτοένωσις
αὐτοεξάς
αὐτοεξούσιος
αὐτοεξουσιότης
αὐτοέπαινον
αὐτοέπαινος
αὐτοεπιθυμία
αὐτοεπίπεδον
αὐτοεπιστήμη
αὐτοετεί
αὐτοέτει
αὐτοετεροούσιος
αὐτοετερότης
αὐτόετες
αὐτοετής
αὐτοέτης
αὐτοετίτης
αὐτόζηλος
…
αὐτοελαιουργός
Save
LSJ
αὐτο-ελαιουργός, ὁ, dub. sens, in
PPetr.
3 p.169.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}